Από τον Δάλλα και τον Αουρέλιο Μπουενδία
ως το Σούπερ Καπ
Όταν στις 23 Δεκέμβρη 1929 ο πρόεδρος του Πανιωνίου Δημητρός Δάλλας αναχωρούσε από τον μάταιο τούτο κόσμο, ένιωθε δικαιωμένος γιατί είχε καταφέρει το αδύνατο: είχε ξαναζωντανέψει τον αγαπημένο του σύλλογο που είχε βουλιάξει στην προκυμαία της πυρπολημένης Σμύρνης. Μαζεύοντας από δω κι από κει τα καψαλισμένα κουρέλια του, είχε υφάνει κομμάτι-κομμάτι από την αρχή ένα υπέρλαμπρο φανταχτερό πέπλο, ισάξιο με εκείνο που φορούσε ο ιστορικός σύλλογος στην Ιωνία.
Για να το πετύχει αυτό κοιμόταν σε ένα καμαράκι στα αποδυτήρια του Σταδίου, όπως ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία, ο ήρωας του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές στο μυθιστόρημα «100 χρόνια μοναξιάς», που κοιμόταν για χρόνια με τις ίδιες πυτζάμες.
Έδωσε μάχες που τις κέρδισε ή τις έχασε, όπως ο Μπουενδία που έκανε 32 πολέμους και τους κέρδισε ή τους έχασε όλους.
Δεν δέχτηκε τιμές και σύνταξη, όπως ο Μπουενδία που έστελνε στο διάολο όσους θέλανε να τον παρασημοφορήσουν.
Επιβίωσε από δεκάδες τρικλοποδιές φανερές ή ύπουλες, όπως ο Μπουενδία που επέζησε από 14 δολοφονικές απόπειρες, 73 ενέδρες κι ένα εκτελεστικό απόσπασμα.
Πάλεψε με πάθος για την αθλητική ιδέα του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού, σαν άλλος Μπουενδία που έκανε όλα όσα έκανε από λύσσα… «εκείνη τη λύσσα που του κατέτρωγε τα σωθικά για το δίκαιο και το ηθικό», όπως γράφει ο Μαρκές για τον ήρωά του.
Ξεκίνησε με ελάχιστα εφόδια και οπαδούς αλλά κατάφερε το μέγιστο, όπως ο Μπουενδία «άρπαξε μια ομάδα εικοσιένα ανδρών από το χωριό, οπλισμένους με μαχαιροπίρουνα γιατί άλλα όπλα δεν υπήρχαν, έβαλε χιαστί ένα ντουφέκι στην πλάτη κι αιφνιδίασε τη φρουρά του καθεστώτος».






